To έθιμο λέει πως πρέπει να βάφουμε πάντα τα αυγά τη Μεγάλη Πέμπτη, για να τιμήσουμε τη σταύρωση και τα πάθη του Χριστού. Μάλιστα παλιά τα έβαφαν αργά τη νύχτα και ήταν πάντα κόκκινα, συμβολίζοντας το αίμα Του, γι΄αυτό και η Μεγάλη Πέμπτη λεγόταν και Κοκκινοπέφτη.
Σε κάποιες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας μάλιστα την ίδια μέρα κρεμούσαν και κόκκινα πανιά στα παράθυρα μετά το βάψιμο των αυγών για να ξορκίσουν το κακό μάτι. Σε όλη την Ελλάδα έχουν και κάποιες δικές τους παραδόσεις. Στην Κέρκυρα για παράδειγμα, βάφουν 12 αυγά για κάθε Ευαγγέλιο ή τόσα, όσα τα μέλη της κάθε οικογένειας. Μόνο που τ’ αυγά στην Κέρκυρα βάφονταν πάντα «φυσικά», μέσα σε νερό που προηγουμένως είχαν βραστεί για ώρα παντζάρια ή φλούδια κρεμμυδιών ή ρίζες που οι ντόπιοι έβγαζαν από το όρος του Παντοκράτορα.
Πώς προέκυψε το τσούγκρισμα;
Το τσούγκρισμα των πασχαλινών αυγών, που μοιάζει με παιχνίδι, λέγεται ότι ξεκίνησε όντως σαν παιχνίδι από τη Βόρεια Αγγλία, αν και πολλοί υποστηρίζουν πως οι ρίζες του είναι βυζαντινές. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, το έθιμο του τσουγκρίσματος καθιερώθηκε στη βυζαντινή αυλή από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και τη μητέρα του Αγία Ελένη σε τελετή που λάμβανε χώρα το πρωί της Κυριακής του Πάσχα. Οι καλεσμένοι τσούγκριζαν με τον αυτοκράτορα και τη βασιλομήτορα τα αυγά και στη συνέχεια ακολουθούσε γεύμα στο πασχαλινό τραπέζι. Εκτός του ότι συμβολίζει την Aνάσταση του Xριστού, το αυγό συμβολίζει τη ζωή και τη δημιουργία που κλείνει μέσα του τη ζωή. Όπως, λοιπόν, το κλωσσόπουλο σπάει το κέλυφος του αυγού και βγαίνει στο φως της ζωής, έτσι κομματιάζονται τα δεσμά του θανάτου και βγαίνει ξανά η ζωή από τα βάθη του τάφου. Παλιά, στις αγροτικές κοινωνίες, το πρώτο αυγό που έβαφαν στα σπίτια το κρατούσαν μέχρι το επόμενο Πάσχα και δεν το τσούγκριζαν, καθώς ήταν της Παναγίας. Τη Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς το φυτεύαν στα χωράφια για να έχουν καλή σοδειά.
