otherwise, in a different way

Από το “πούλα με” στο “αγάπα με” είσαι μια προστακτική μακριά.


Ξεκινάω να γράφω, με την υπόσχεση να κρατηθώ και να μην γράψω όλα όσα δεν έγραψα τους τελευταίους 2 μήνες. Αλλά αυτή την υπόσχεση την έχω ήδη πατήσει, αφού αποφάσισα να γράψω.

Όταν ξεκίνησε το sinon, κάπως έγραφα πολύ προσωπικά κείμενα. Και κάπως, τα άφησα τον τελευταίο καιρό, γιατί κάπως δεν είχα την ανάγκη να τα γράψω. Αλλά, έτσι ξεκινήσαμε, και έτσι θα ήθελα να συνεχίσουμε. Έχω πει σε διάφορους ανθρώπους αυτές τις μέρες πως κατά βάθος το sinon είναι και μια κατάθεση ψυχής, προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής. Άρα…

Έχω αλλάξει τους σταθμούς από το ράδιο 10 φορές για να παίζει από πίσω ένα τραγούδι που θα με συνοδεύει όπως θα ήθελα σε αυτό το κείμενο, στο οποίο δεν έχει μπει ακόμα ο τίτλος. Σίγουρα όμως έχω μέσα στο μυαλό μου εικόνα. Θα σας την βάλω από κάτω.

Φαντάζεστε; Να έδινα έτσι χαλαρά φωτογραφίες από τα άτομα και τις καταστάσεις που περνάνε από το μυαλό μου; Θα είχε… πλάκα. Αλλά δεν θυμάμαι να ξύπνησα Carrie Bradshaw, και να γράφω για τον Mr. Big χωρίς να με νοιάζει τίποτα.

Όπως και να έχει, σε σταθμό δεν έχω καταλήξει ακόμα, αλλά ακούω ελληνικά σίγουρα, και τα τραγούδια αλλάζουν από “Πούλα με ακόμα μια φορά δε με πειράζει. Δε με πειράζει που θα μείνω μοναχός.” σε “Μη μου το πεις, τα όνειρα που κάναμε πως χάθηκαν. Να μου το πεις, το σ’ αγαπώ και πάλι, να μου το πεις, η αγάπη είναι ζάλη.” Οι προστακτικές σε κάποια σημεία είναι εμφανέστατες.

Και ρωτάω. Προστάζουμε, διατάζουμε, … λέμε “πούλα με”, “μη μου το πεις”, “άσε με”, “φύγε”, γιατί όμως δεν προστάζουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε;

Γιατί δεν στεκόμαστε να πούμε “αγάπα με”; Αυτό δεν θέλουμε; Σε όποια φάση της ζωής μας κι αν βρισκόμαστε, ό,τι και αν λέμε, μέσα μας βαθιά, δεν έχουμε αυτή την ανάγκη; Γιατί δεν το εκφράζουμε;

Για να αισθανόμαστε ότι κάποιο άτομο είναι αυτό που έχουμε ανάγκη να μας αγαπήσει, κάτι σημαίνει, κάτι συμβαίνει. Δεν ξυπνάμε μια μέρα και λέμε, θα ήθελα να με αγαπάει ο Paul Mescal. Δεν μας συνδέει τίποτα μαζί του. Ξυπνάμε και νιώθουμε ένα κενό, αναγκαίο να γεμίσει από κάποιον άνθρωπο που μας προκαλλεί το συναίσθημα αυτό. Κάποιον άνθρωπο, που μας έχει δείξει, ποιός είναι, τι είναι και τι θέλει να γίνει. Δεν έχεις την ανάγκη να σε αγαπήσει ένα ψηλός, ξανθός, ή μια κοκκινομάλλα. Έχεις την ανάγκη να σε αγαπήσει αυτός ο άνθρωπος που σε κάνει να γελάς, που τον σκέφτεσαι πριν κοιμηθείς, που κοιτάς την συνομιλία σας να μετατραπεται από Seen σε Typing, που σε ακούει, που σε συμβουλέυει, που τσακώνεστε, που φωνάζετε και που αγκαλιάζεστε. Και το αν έχει μούσια ή όχι, δεν θα σου περάσει ποτέ από το μυαλό.

Και επιστρέφω στο ζήτημα. Γιατί δεν το λέμε; Υπάρχει πιο όμορφη δήλωση; Όχι, δεν γίνεσαι “ζητιάνος συναισθημάτων”, γιατί δεν ζητάς, γίνεσαι αυτό που νιώθεις. Λες αυτό που είσαι. Λες αυτό που θέλεις πιο πολύ απ’ όλα να ακουστεί.

Άσε τα σ’αγαπώ. Τα σ’ αγαπώ δεν είναι για να τα λες, τα σ’ αγαπώ είναι για να τα δείχνεις.

Πες, αυτό που θέλεις. Και ας μην γίνει ποτέ. Ξέρεις, αν το σκεφτείς, λέμε να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Υπάρχει λόγος.

Δεν θα σου πω, να προσέχεις που θα πεις αυτό το “αγάπα με”. Θα σου πω όμως να το πεις πρώτα στον εαυτό σου, και μετά να δείξεις σε όλους τους άλλους πως γίνεται…

Γιατί ξέρεις πως γίνεται, εσύ που τώρα διαβάζεις το κείμενο, ξέρεις να αγαπάς… και πρέπει να αγαπηθείς. 

xoxo

Χριστίνα